Οι φίλοι του μπλοκ

Τρίτη, 23 Σεπτεμβρίου 2008

Μπίλιοι και μπάλες: Δυο αρχαία παιχνίδια της Αμοργού

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό
Explore Nature (Νο 5) του «Έθνους»
Αύγουστος 2008

Στην Αμοργό η περιοχή της Αιγιάλης διατηρεί το αρχαίο της όνομα από την Αρχαϊκή Εποχή, εδώ και 2.800 χρόνια. Διατηρεί επίσης στην κοινωνική της ζωή πολλά αρχαία έθιμα, όπως είναι τα παιχνίδια που παίζονται αποκλειστικά στα δυο πιο παλιά χωριά της, τη Λαγκάδα και τα Θολάρια.

Τα Θολάρια βρίσκονται στη θέση της ακρόπολης της αρχαίας Αιγιάλης. Το σημερινό χωριό φημίζεται για το πειρατικό του παρελθόν, την καταπληκτική του θέα και τους «έξω καρδιά» κατοίκους του. Οι γελαστοί, γλεντζέδες και φωνακλάδες Θολαριανοί παίζουν την αρχαία μορφή του μπόουλινγκ, που στη ντοπιολαλιά ονομάζεται «μπίλιοι».

Οι μπίλιοι είναι 8 ξύλινοι στύλοι, που πελεκούνται στην κορυφή τους και παίρνουν την μορφή μπουκαλιού. Το ύψος τους είναι περίπου το διπλάσιο ενός μπουκαλιού μπύρας. Ένας ένατος μπίλιος είναι μικρότερος, περίπου μισός από τους άλλους.

Οι μπίλιοι μπαίνουν σε τρεις τριάδες, σχηματίζοντας ένα κανονικό τετράπλευρο. Κάθε παίκτης προσπαθεί, από μια καθορισμένη απόσταση, να ρίξει όσους περισσότερους μπίλιους μπορεί. Κάθε μπίλιος βαθμολογείται με έναν πόντο. Εξαίρεση αποτελεί ο μικρότερος, που τοποθετείται στην μέση και βαθμολογείται με 9 πόντους, αν τον ρίξουν μόνο του. Είναι ο λεγόμενος «Εννιάς».

Για να ρίξουν τους μπίλιους χρησιμοποιούν χοντρά κούτσουρα, που έχουν πελεκηθεί κατάλληλα κι έχουν τρύπες, για να μπορούν να τα πιάνουν σταθερά. Τα κούτσουρα αντιστοιχούν στις σφαίρες που χρησιμοποιούν στο σύγχρονο μπόουλινγκ. Οι μπίλιοι αντιστοιχούν στις «κορίνες». Αυτά για όσους ξέρουν μπόουλινγκ, που παίζεται με 10 κορίνες τοποθετημένες σε σχήμα τριγώνου.

Οι καλύτεροι μπίλιοι γίνονται από πύρνο (πουρνάρι) που δίνει σκληρό ξύλο ή από ρίζα συκιάς. Πρέπει να είναι πολύ ανθεκτικοί, γιατί τα χτυπήματα που δέχονται είναι δυνατά και γρήγορα μπορεί να διαλυθούν. Τα ίδια ισχύουν και για τα κούτσουρα-αμάδες.

Οι μπίλιοι παίζονται από δύο ομάδες. Κάθε ομάδα μπορεί να έχει μέχρι 4 άτομα. Το παιχνίδι τελειώνει όταν μία ομάδα πετύχει ακριβώς 31 πόντους. Αν πάει παραπάνω, τότε γυρίζει πίσω στους 17. Αν δηλαδή μια ομάδα έχει 25 πόντους και ρίξει μόνο τον «Εννιά», πάει στους 34 και γυρίζει στους 17.

Θεωρείται ότι οι ρίζες του μπόουλινγκ βρίσκονται στην αρχαία Αίγυπτο. Χωρίς να διευκρινίζεται με ποιο τρόπο, βρίσκουμε το μπόουλινγκ να παίζεται στην Ευρώπη τον 17ο αιώνα, όπως ακριβώς στα Θολάρια με 9 ξύλα (κορίνες). Σε έναν πίνακα του Ολλανδού ζωγράφου Γιαν Στην εικονίζεται μία ομάδα ανδρών να παίζει με 9 ξύλα, που έχουν όλα το ίδιο ύψος, χωρίς δηλαδή το μεσαίο να είναι μικρότερο, όπως στα Θολάρια ο «Εννιάς».

Οι μπίλιοι στα Θολάρια κινδυνεύουν με εξαφάνιση από το… τσιμέντο. Το παιχνίδι θέλει χώμα. Όμως το παραδοσιακό γήπεδο, μπροστά από το μπακαλοκαφενεμεζεδοπωλείο «ο Χορευτής» έχει στρωθεί με τσιμέντο, με αποτέλεσμα η «σφαίρα-κούτσουρο» να γκελάρει, οι μπίλιοι να εκτοξεύονται με ταχύτητα και το παιχνίδι να γίνεται επικίνδυνο στο τσιμεντοστρωμένο στενοσόκακο. Ο παλιός «μπιλιαδόρος» Αργύρης Νομικός (από τους «Χορευτές») επιμένει πάντως να φτιάχνει μπίλιους και να παίζει σε κάθε ευκαιρία.

Στη Λαγκάδα, το μεγαλύτερο χωριό της Αιγιάλης, ευτυχώς υπήρχε ο Μανωλιός ο Βασσάλος. Δεινός «μπαλαδόρος», όταν γέμιζαν τσιμέντο τα σοκάκια του οικισμού, φρόντισε να παραμείνει το χώμα μπροστά στην ταβέρνα «ο Νίκος» του γιου του. Έτσι έμεινε απείραχτο το παλιό «γήπεδο» όπου παίζονται μέχρι σήμερα οι «μπάλες».

Θεωρείται ότι και το παιχνίδι αυτό ξεκίνησε από την αρχαία Αίγυπτο. Στον 8ο αιώνα π.Χ. παιζόταν στην αρχαία Ελλάδα, κι ένας από τους φανατικούς παίχτες του ήταν ο Ιπποκράτης. Από τους αρχαίους Έλληνες πήραν τις «μπάλες» οι Ρωμαίοι κι απ’ αυτούς πέρασε στη δυτική Ευρώπη. Στη Γαλλία, που είναι ιδιαίτερα δημοφιλές, ονομάζεται «πετάνκ», στην Ιταλία «μπότσε» και στις αγγλοσαξωνικές χώρες «μπάλες» (bowls).

Στις «μπάλες» οι παίκτες χωρίζονται σε δύο ομάδες, που αποτελούνται από δύο ή τρεις παίκτες, τους «μπαλαδόρους». Κάθε παίκτης έχει στη διάθεσή του δύο ξύλινες μπάλες, διαφόρων διαστάσεων και βαρών, ανάλογα με τις επιλογές του «μπαλαδόρου».

Σημείο αναφοράς του παιχνιδιού είναι μία μικρή σφαίρα, που ονομάζεται «κόστο». Η ομάδα που θα ρίξει μία τουλάχιστον μπάλα της πιο κοντά στο «κόστο», κερδίζει την παρτίδα. Όσες μπάλες φέρει κοντά στο «κόστο» και μπροστά από τις αντίπαλες, τόσους πόντους κερδίζει. Το παιχνίδι τελειώνει όταν μία ομάδα κερδίσει ακριβώς 21 πόντους, γιατί αν τους ξεπεράσει τότε γυρίζει πίσω στους 15.

Όπως οι «μπίλιοι», έτσι και οι «μπάλες» κατασκευάζονται από πολύ σκληρό ξύλο. Οι «μπάλες» παίζονται αυθόρμητα και καθημερινά από γηραιούς και νέους Λαγκαδιανούς, αποτελώντας μια γνήσια λαϊκή διασκέδαση που δεν έχει σχέση με τουρισμό, πολιτιστικούς συλλόγους και καλοκαιρινές εκδηλώσεις.

Οι «μπαλαδόροι» της Λαγκάδας δίνουν ονόματα στις μπάλες τους, όπως Παύλος, Καφές και Λάζαρος. Παλιότερα τις ονόμαζαν με τα παρατσούκλια των καλύτερων παικτών, όπως «Μητσέας», «Χασαπάκι» και «Μανολάκι». Το έπαθλο για τη νικήτρια ομάδα ήταν λουκουμάκια ενώ σήμερα είναι ρακή με μεζέ.

Όχι μόνο στην Αμοργό, αλλά ίσως και στο Αιγαίο ολόκληρο, τα δύο αυτά αρχαία παιχνίδια παίζονται μόνο στην Αιγιάλη. Οι «μπάλες», σε μια παραλλαγή τους, παίζονταν και στην παλιά ορεινή πρωτεύουσα της Πάρου, τις Λεύκες, που είχαν έντονο κρητικό στοιχείο. Στις Λεύκες πάντως είχε ένα μεγάλο μετόχι η Μονή Χοζοβιώτισσας της Αμοργού, το οποίο ίσως να συνδέεται με τις «μπάλες».

Η παρουσία των δύο αρχαίων παιχνιδιών στην Αιγιάλη αποτελεί μυστήριο. Όπως μυστήριο είναι το γιατί οι «μπάλες» παίζονται μόνο στη Λαγκάδα και οι «μπίλιοι» μόνο στα Θολάρια.
Υπάρχουν κι άλλες αρχαίες συνήθειες που επιβιώνουν στην Αμοργό, όπως ο παρόμοιος με τις αγγειογραφίες στολισμός με κορδέλες στο αποκριάτικο έθιμο του «Καπετάνιου». Όπως τα πανηγύρια, που θυμίζουν τις γιορτές για την Ιτωνία Αθηνά, που περιγράφονται στις αρχαίες επιγραφές που έχουν βρεθεί στην Αμοργό.

Ψηλά από τα Θολάρια και τη Λαγκάδα της Αιγιάλης, η θέα αγκαλιάζει την υπόλοιπη Αμοργό. Από εκεί ψηλά οι πιστοί φίλοι του νησιού ξέρουν να διακρίνουν τον αρχαίο πύργο στο Ρίχτι, που αποτελεί το σύνορο της Αιγιάλης με τη Χώρα, και πιο πίσω δύο άλλα προϊστορικά μυστικά της Αμοργού. Το μυστηριώδες «Τραπεζοπέτρι» και τον παράξενο «Πύργο του Γιαννούλα».

Είναι αλήθεια ότι η Αμοργός έχει πολλά κρυμμένα μυστικά…

Κυριακή, 7 Σεπτεμβρίου 2008

Η Αμοργός το 1889

Το 1889 εκδίδεται στην Αθήνα μία από τις πρώτες εγκυκλοπαίδειες με τίτλο «Λεξικόν Εγκυκλοπαιδικόν» (Αθήνησι, Μπαρτ και Χιρστ εκδόται, 1889) και εκδότη τον σπουδαίο για την εποχή του Νικόλαο Γ. Πολίτη, ιδρυτή και θεμελιωτή της επιστημονικής λαογραφίας στην Ελλάδα.
Για την Αμοργό γράφει ότι είναι «νήσος των μεσημβρινών Σποράδων, αποτελούσα το ανατολικώττατον σημείων των χωρών της ελευθέρας Ελλάδος. Διοικητικώς υπάγεται εις τον νομόν Κυκλάδων και εις την επαρχίαν Θήρας, σύγκειται δ’ εκ δύο δήμων του της Αμοργού και του της Αιγιάλης».

Είναι η εποχή που ένα μεγάλο μέρος του Ελληνισμού ζει υπόδουλο στην Μακεδονία, την Θράκη και την Μικρά Ασία. Και το νησί μας αποτελούσε το προκεχωρημένο προπύργιο της Ελλάδας, όπως έγραψε την ίδια εποχή ο άγγλος αρχαιολόγος και περιηγητής Τζέημς Μπεντ.

Το «Λεξικόν Εγκυκλοπαιδικόν» του Νικολάου Πολίτη επισημαίνει ότι ο Κρίκελος «προ του 1835 εκάλυπτε πυκνότατον δάσος δρυών και πρίνων, όπερ κατεστράφη κατά το έτος τούτο εκ πυρκαϊάς».

Η γραπτή αυτή αναφορά είναι πολύ κοντά στο γεγονός της τεράστιας εκείνης πυρκαγιάς, που έκαιγε για πολλές μέρες κι έμεινε για πολλές δεκαετίες στην μνήμη των Αμοργιανών, σχεδόν ως τις μέρες μας.

Φαίνεται ότι η πυρκαγιά στον Κρίκελο δεν ήταν τυχαία αλλά μπήκε επίτηδες για να δημιουργηθούν βοσκοτόπια. Οι εμπρησμοί από τους βοσκούς επισημαίνονται και από τον μελετητή της Αμοργού εκείνη την περίοδο Αντώνιο Μηλιαράκη, το βιβλίο του οποίους απετέλεσε άλλωστε και την βασική πηγή για το «Λεξικόν Εγκυκλοπαιδικόν» του Ν. Πολίτη αλλά και για πολλές επόμενες εγκυκλοπαίδειες.

Γράφει σχετικά ο Μηλιαράκης:

Ο οδοιπόρος μόνο στις ρεματιές και τις κοιλάδες βλέπει ελαιώνες και αμπελώνες και χλοερό χρώμα, γιατί το νησί είναι άδενδρο. Παντού οι ομαλές κατωφέρειες των λόφων, που είναι γεμάτες φρύγανα και πρίνους, χρησιμεύουν για την βοσκή των ζώων και κυρίως των κατσικιών. Αλλά κι αυτή λίγη βλάστηση συνέχεια ελαττώνεται, διότι οι βοσκοί, αυτοί οι εχθροί του δένδρου και της χλόης, συνεχώς πυρπολούν τους γηραιούς πρίνους και τα φρύγανα των λόφων, για να φυτρώσει νέο χόρτο. Αλλά αντί για νέο χόρτο, εκεί που τουλάχιστον υπήρχαν φρύγανα, θυμάρια, αγκάθια και πρίνοι, πολλές φορές απομένουν ηλιοκαμένες πέτρες. Κι αυτό γίνεται γιατί, μετά τις πυρπολήσεις που κάνουν οι βοσκοί, παρασύρεται το χώμα στην θάλασσα από τις βροχές και τους ανέμους. Στην καταστροφή των πρίνων, συντελεί και το κόψιμό τους για την παραγωγή κάρβουνων. Έτσι καταστρέφεται συνεχώς η αυτοφυής βλάστηση της Αμοργού από τους ανθρώπους και τα ζώα.

Οι επισημάνσεις που κάνει ο Μηλιαράκης πριν 130 χρόνια ισχύουν πολύ περισσότερο σήμερα. Γιατί, ενώ το 1889 η Αμοργός είχε γύρω στα 5.000 αιγοπρόβατα, όπως γράψει το «Λεξικόν Εγκυκλοπαιδικόν», σήμερα τα κατσίκια ξεπερνάνε τις 20.000 χώρια τα πρόβατα που κι αυτά έχουν πολλαπλασιαστεί.

Συνεχίζοντας το «Λεξικόν Εγκυκλοπαιδικόν» του Ν. Πολίτη, γράφει:

«Η μεγίστη των κοιλάδων της νήσου είναι η Κολοφάνα προς το δυτικότατον άκρον, εν ή καλλιεργούνται δημητριακοί καρποί, βάμβαξ, υπάρχουσι δε και φυτείαι αμπέλων. Έτεραι δύο μικρότεραι κοιλάδες είναι η μεν περί τον λιμένα της νήσου Κατάπολα, η δε περί τον όρμον Αιγιάλης».

Η Αμοργός δεν διαθέτει άφθονα νερά, γράφει η εγκυκλοπαίδεια του 1889. Η κυριότερη πηγή ρέοντος ύδατος είναι στον Άγιο Γεώργιο του Βαλσαμίτη, στον οποίο οι ιερείς ασκούσαν την λεκανομαντεία στην περίοδο της τουρκοκρατίας και στα προηγούμενα χρόνια, συνεχίζοντας ίσως αρχαίες παραδόσεις. Πηγή υπάρχει και στα Κατάπολα, από την οποία υδρεύονται και τα πλοία.

Τα προϊόντα του νησιού στα τέλη του 18ου αιώνα ήταν κρασί, λάδι, σύκα, δημητριακά, όσπρια και κυρίως κατσούνι, λίγο βαμβάκι, μετάξι και καπνός.

Τα επαγγέλματα των κατοίκων είναι γεωργοί και ναυτικοί. Η ναυτιλία ασκείται με 30 πλοία και άλλες τόσες αλιευτικές βάρκες.

Όλοι οι Αμοργιανοί είναι ορθόδοξοι. Οι άντρες διακρίνονται για το αρειμάνιο ήθος τους, το υψηλό και ρωμαλέο ανάστημά τους και οι γυναίκες για την καλλονή τους.

Ο πληθυσμός της Αμοργού στην απογραφή του 1889 αριθμούσε 4.058 άτομα, εκ των οποίων 2.641 στον δήμο Αμοργού και 1.417 στον δήμο Αιγιάλης.

Πρωτεύουσα του νησιού και του δήμου Αμοργού είναι η Αμοργός (Χώρα) με 400 σπίτια. Άλλα χωριά δεν έχει ο δήμος αλλά υπάρχουν, ακόμα και σε μεγάλες αποστάσεις, υπάρχουν αθροίσματα αγροτοκατοικιών που κατοικούνται μερικούς μήνες τον χρόνο για τις ανάγκες των καλλιεργειών. Οι περισσότερες αγροτοκατοικίες είναι του Χωριού ή Κάτω Μεριάς και του Αγίου Ιωάννη του Βρούτση.

Πρωτεύουσα του δήμου Αιγιάλης είναι η Λαγκάδα με 200 σπίτια. Στον δήμο αυτόν βρίσκονται επίσης τα χωριά Θολάρια, Ποταμός, Στρούμπος και Όξω Μεριά (στην μέση του δρόμου Χώρας-Αιγιάλης).

Στον δήμο Αμοργού ανήκουν και τα κοντινά νησιά Πάνω και Κατω Κουφονήσι, Κέρος, Αντικέρια, Σχινούσα, Ρακλειά και Άνυδρος.

Στον δήμο Αιγιάλης ανήκουν τα νησιά Δονούσα και Μάκαρες.

Όλα τα νησιά κατοικούνται από Αμοργιανούς γεωργούς και ποιμένες.