Οι φίλοι του μπλοκ

Τρίτη, 30 Οκτωβρίου 2007

Ο Σίμων Καρράς γράφει για την μουσική των Κυκλάδων


Ο Σίμων Καρράς υπήρξε ο μεγαλύτερος δάσκαλος της βυζαντινής μουσικής (μέρος της οποίας είναι και η παραδοσιακή μας μουσική) με πολυσχιδή δράση και τεράστια προσφορά. Με επιτόπιες ηχογραφήσεις, εκδόσεις δίσκων, εκπομπές στο ραδιόφωνο (όταν δεν υπήρχε τηλεόραση), διδασκαλία της βυζαντινής μουσικής και την ίδρυση του «Συλλόγου προς Διάδοσιν της Εθνικής Μουσική» ήταν ο άνθρωπος που διέσωσε τον λαϊκό μουσικό μας πολιτισμό και ανέδειξε πλήθος μαθητών (ψαλτών, μουσικών, τραγουδιστών, ερευνητών).


Το κείμενο που ακολουθεί είναι η εισαγωγή που έγραψε ο Σίμων Καρράς για την κυκλαδίτικη μουσική παράδοση στον δίσκο με τα τραγούδια Αμοργού, Κύθνου και Σίφνου.


Μελωδικότητα


«Στα γενικότερα πλαίσια της νησιώτικης παραδόσεως, τα κυκλαδίτικα τραγούδια ξεχωρίζουν για την ευρρυθμία και την μελωδικότητά τους. Πλησιέστερα προς το τραγούδι το στεριανό, είναι πιο προσιτά και γνώριμα στο ευρύ ελληνικό κοινό, εν συγκρίσει με τα τραγούδια άλλων νησιών, που παρουσιάζουν έντονη διαφοροποίηση, γλωσσική, ρυθμική και χορευτική.


Νησιώτικα συρτά και καλαματιανά, δετοί χοροί τύπου «αγεράνου» και «βλάχας» (χοροί στα τρία) αλλά και μπάλοι, χασάπικα, ζεϊμπέκικα και καρσιλαμάδες, συνιστούν τη μουσική και χορευτική παράδοση των Κυκλάδων.


Τα τελευταία τείνουν να εκλείψουν, καθώς χάνονται οι παλιοί μερακλήδες τραγουδιστές και οργανοπαίχτες,. Ο μπάλος αντιθέτως ευρίσκεται στο αποκορύφωμά του, διακρινόμενος σε «αμολυτό» και «σούστα α λα πολίτα», σε ρυθμούς 6σήμων και 4σήμων δακτυλικών ποδών αντιστοίχως.


Η λύρα, χαρακτηριστικό μουσικό όργανο του Αιγαίου Πελάγους, έχει αντικατασταθεί πολύ ενωρίς εδώ από το βιολί, που παρέχει πολύ μεγαλύτερες δυνατότητες αναπτύξεως της μελωδίας. Βιολί, λαγούτο, κάποτε και σαντούρι, απαρτίζουν τη νησιώτικη συναυλία. Σπανίζει η φλογέρα, διατηρείται όμως η τσαμπούνα με το γλυκόηχο κι ενθουσιαστικό παίξιμό της, όταν μάλιστα συνοδεύεται από το πρωτόγονο πήλινο τουμπάκι, το «πληνθίον» των βυζαντινών.


Σε ματζόρε και μινόρε (ως προς την εκτέλεση και συνοδεία) διακρινόμενοι από τους μουσικούς οι διάφοροι σκοποί, παίζονται συνήθως στις ψηλές νότες του βιολιού - ντο (νη) ματζόρε και ρε (πα) μινόρε — απ’ τις οποίες διευκολύνονται τόσο το βιολί στο να αποδίδει με κρυστάλλινη διαύγεια το μελικό πλούτο και τη χάρη του τραγουδιού, όσο και το λαούτο που χορδισμένο σ’ αυτές τις τονικότητες γεμίζει με το σύνολο των χορδών του το ηχητικό φόντο και το υπόβαθρο της μελωδίας. Δύσκολο όμως από τόσο ψηλά το τραγούδι. Και πρέπει να είναι υψίφωνος και καλλίφωνος ο τραγουδιστής, ώστε να έχει καθαρότητα και απόδοση ανάλογες προς εκείνη της οργανικής μουσικής.


Τραγούδι-χείμαρρος


Συχνές οργανικές παρεμβολές και ανταποκρίσεις στο φωνητικό τραγούδι και οργανική ανάπτυξη της μελωδίας, που τρέχει σαν χείμαρρος ποικιλμάτων και παραλλαγών στις εισαγωγές, τα ενδιάμεσα και τα σόλα του βιολιού (γνώρισμα της κυκλαδίτικης μουσικής) δίνουν τέτοια χάρη και ποικλία στη μουσική εκτέλεση, που δεν φθάνεις να τη βαρεθείς και να πεις «πότε να τελειώσει».


Αρκετοί σκοποί των Κυκλάδων είναι ξενόφερτοι, από μέρη νησιώτικα ή και στεριανά, όπως δείχνει το όνομά τους. Πολλοί όμως είναι και οι εντόπιοι, έργα της τοπικής μουσικής παραδόσεως των εντοπίων καλλιτεχνών, δεμένοι με την ιστορία και τα τοπωνύμια του κάθε νησιού καθώς και με τα ιερά προσκυνήματά του: τον Προφήτην Ηλία της Σίφνου, τη Χοζοβιώτισσα της Αμοργού και την παναγία Κανάλα της Κύθνου, που δεν παύουν να τ αναφέρουν και να τα επικαλούνται με ευλάβεια οι νησιώτες στα τραγούδια των και ιδιαίτερα στα γαμήλια και τα ευχετικά».

Στην φωτογραφία (κάτω) ο περίφημος, μακαρίτης πιά, βιολιστής από την Λαγκάδα της Αιγιάλης Στέφανος Συνοδινός (Στεφανάκης). Στα βίντεο του μπλοκ (στήλη δεξιά) υπάρχουν η "γιαλίτικη μαντινάδα" (που συμπεριλαμβάνεται στον προαναφέρόμενο δίσκο), το τραγούδι "Αγία μου Παρασκευή" που φωνογράφησε πρώτος ο Γιώργος Κατσαρός (Θεολογίτης) και ο "Κίτσος", χορός της Αμοργού πάνω σ' ένα πανελλήνιο μουσικό μοτίβο.

Παρασκευή, 26 Οκτωβρίου 2007

Στο πανηγύρι του Αγίου Δημητρίου στα Θολάρια

φωτογραφίες 25/10/2007 Δημήτρης Συνοδινός

Αυθεντικό πανηγύρι, μακριά από την τουριστική βαβούρα του καλοκαιριού, γίνεται κάθε χρόνο στο ξωκλήσι του Αγίου Δημητρίου στα Θολάρια με φόντο την θάλασσα της Γιάλης. Η γιορτή διατηρεί τα παραδοσιακά της χαρακτηριστικά, γιατί στο ξωκλήσι δεν πηγαίνει δρόμος οπότε η πορεία προς αυτό γίνεται με τα πόδια ή με τα ζώα. Η συμμετοχή σε μια τέτοια γιορτή, για να αποκτήσει ουσιαστικό νόημα, χρειάζεται και τον κόπο της.

Πορεία προς το πανηγύρι από την είσοδο των Θολαριών...

Χαρά για τα παιδιά...

Βουκολική σκηνή σε ξερολοθικό τοπίο...

Στάση για φροντίδα στα ζώα στο παλιό πηγάδι...


Στο μονοπάτι για τον Άη Δημήτρη...


Η θέα από τον Άη Δημήτρη προς τις Μικρές Κυκλάδες


Η γιορτή σε εξέλιξη έξω από το ξωκλήσι

Η επιστροφή αρχίζει...

Επάνοδος στα Θολάρια με πλούσιο φεγγάρι και κοινή τράπεζα στο Πνευματικό Κέντρο Θολαρίων.
.

Τετάρτη, 10 Οκτωβρίου 2007

Ο Mεγάλος Θεολόγος στον Κρίκελο

Το τελευταίο μεγάλο αμοργιανό πανηγύρι του καλοκαριού γίνεται στις 26 Σεπτεμβρίου, ψηλά στον Κρίκελο της Αιγιάλης σε υψόμετρο 500 μέτρων. (Για φωτογραφίες από την ανάβαση και το φετινό πανηγύρι πατείστε εδώ)


Ο ναός του Μεγάλου Θεολόγου στην Γιάλη είναι ένα από τα σημαντικότερα βυζαντινά μνημεία της Αμοργού και των Κυκλάδων . Η αξία και η σημασία του για την ιστορία της Αμοργού δεν είναι ευρύτερα γνωστή. Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, πρόκειται για κτίσμα από την περίοδο της Εικονομαχίας, δηλαδή έχει ηλικία περίπου 1.200 ετών και (αν δεν είναι παλαιότερο) είναι σύγχρονο με το επιβλητικό μοναστήρι της Χοζοβιώτισσας. Η διαφορά είναι ότι για την χρονολόγηση της Χοζοβιώτισσας βασιζόμαστε στην προφορική παράδοση και σε έμμεσες ενδείξεις, ενώ για τον Μεγάλο Θεολόγο η χρονολόγησή του είναι σαφέστερη.


Ο Γιαλίτης δάσκαλος Νικήτας Βασσάλος, στην εξαιρετική μελέτη του για τον Θεολόγο που δημοσιεύθηκε στα «Αμοργιανά» [1], εξηγεί με πειστικότητα γιατί η εκκλησία είναι τόσο παλιά. Ο αρχιτεκτονικός της ρυθμός είναι τρίκλιτη βασιλική με τρούλο, γεγονός που «επιτρέπει να δεχθούμε, ότι η ανέγερσή της πραγματοποιήθηκε μεταξύ 7ου και 9ου αιώνα, επειδή ο ρυθμός αυτός, που αποτελεί μετάβαση από την παλαιοχριστανική βασιλική (4ος ως 6ος αιώνας), στο ρυθμό βασιλικής μετά τρούλλου, αρχίζει να δημιουργείται στις αρχές του 7ου αιώνα και, με σχετικές μεταρρυθμίσεις, φθάνει ως τον 9ο αιώνα».


Ένα δεύτερο στοιχείο, αποδεικτικό της παλαιότητας του μεγάλου Θεολόγου, είναι η αποκάλυψη στην αψίδα του Αγίου Βήματος, ύστερα από πτώση κεραυνού, ενός εντοιχισμένου βυζαντινού σταυρού κατασκευασμένου από συμπαγή κεραμόχροα τούβλα, μία διακόσμηση που επιτρεπόταν μόνο στα χρόνια της Εικονομαχίας. Την ίδια ακριβώς διακόσμηση είχε και ο ναός της Αγίας Σοφίας στην Θεσσαλονίκη, που κι αυτός ιδρύθηκε στα χρόνια της Εικονομαχίας.


Αξίζει να σημειώσουμε ότι, με βάση ασφαλή χρονολόγηση, από την περίοδο της Εικονομαχίας έχουμε τουλάχιστον ένα ακόμη μνημείο, τον ναΐσκο της Βαγγελίστρας στα Κατάπολα, που παρουσιάζει πολλές ιδιοτυπίες στην μορφή του και έχει τρούλο, όπως ο Θεολόγος, σε αντίθεση με τους πολλούς άλλους ναούς και ναΐσκους της Αμοργού που είναι νησιωτικού τύπου. Υπό το πρίσμα αυτό ίσως πρέπει να εξεταστεί και ο ναΐσκος του Αγία Μάμα στην Επανωχωριανή, που κι αυτός παρουσιάζει ιδιοτυπίες στην μορφή του, όπως είναι ο τρούλος του.


Η προφορική παράδοση της Γιάλης υποστηρίζει ότι ο ναός χτίστηκε από κάποιον πλοίαρχο, που έκανε τάμα να τον χτίσει με μυλόπετρες, όταν σώθηκε από τρικυμία στ’ ανοιχτά του Κρίκελου, μεταφέροντας με το πλοίο του μυλόπετρες. Ο μεγάλος Θεολόγος έχει χτιστεί με μεγάλους πωρόλιθους, ένα πέτρωμα που δεν υπάρχει στην Αμοργό και μεταφέρθηκε πιθανώς από την Μήλο ή την γειτονική Πάτμο, όπως εξηγεί ο κ. Νικήτας Βασσάλος. Τέτοια μνημειακά έργα, με μεταφορά υλικών από άλλα μέρη, προϋποθέτουν υψηλό κόστος κατασκευής για την εποχή της Εικονομαχίας, γεγονός που μας αναγκάζει να αμφιβάλλουμε για την ακρίβεια της προφορικής παράδοσης.


Με βάση αρκετές ενδείξεις, φαίνεται ότι στην Αμοργό είχαμε παλαιότερα αρκετά μοναστήρια, όπως στον Άγιο Γιώργη τον Βαρσαμίτη, στην Αγία Παρασκευή (Καλοταρίτισσα) και στον Θεολόγο του Κρίκελου, για να μείνει τελικά ένα, αυτό της «μονής των σκαλών», δηλαδή η Χοζοβιώτισσα, που απορρόφησε τα παλαιότερα ως μετόχια. Είναι πιθανό ότι γύρω στο 1100 συνέβησαν σημαντικές αλλαγές στην Αμοργό, με την μετακίνηση στο νησί μικρασιατικών πληθυσμών από τον Αλέξιο Κομνηνό, τον αυτοκράτορα που είναι και ο κτήτωρ της Χοζοβιώτισσας [2]. Η ανώμαλη περίοδος που ακολούθησε ισχυροποίησε τον ρόλο του Κάστρου (της Χώρας) και του μοναστηριού του, το οποίο σταδιακά απορρόφησε και τον μάλλον αρχαιότερο Μεγάλο Θεολόγο. Ουσιαστικά συμπεράσματα θα βγουν μόνο όταν ερευνηθεί επιστημονικά ο Θεολόγος και γενικά ο Κρίκελος, που μάλλον παραμένει ανεξερεύνητος.


Ο κ. Νικήτας Βασσάλος ανασκευάζει πειστικά και την εντύπωση που αφήνει στον αναγνώστη ο Ι. Βογιατζίδης (μελετητής του βραβείου της Χοζοβιώτισσας) ότι ο Μεγάλος Θεολόγος ήταν μετόχι της μονής της Πάτμου, όπως το ομώνυμο εκκλησάκι στην Χώρα «βορείως του φρουρίου». Ο Βογιατζίδης, μάλιστα, θεωρεί ότι το πιο παλιό επώνυμο, που δημιουργήθηκε πάνω στην Αμοργό είναι το «Θεολογίτης» και το αποδίδει σε εκείνους που δούλευαν στο μετόχι της μονής της Πάτμου στην Χώρα. Φαίνεται πως έχει δίκιο όσον αφορά την παλαιότητα και την προέλευση του επωνύμου. Πιο πιθανό όμως είναι το επώνυμο «Θεολογίτης» να συσχετιστεί με εκείνους που είχαν κτήματα στο οροπέδιο του Μεγάλου Θεολόγου (ή εργάζονταν στα χωράφια του), παρά με εκείνους που μπορεί να είχαν σχέση με το μετόχι της πατμιακής μονής, η περιουσία της οποίας στην Αμοργό είναι αμφίβολης σημασίας.


Ανεξάρτητα από τα παραπάνω, ένα έχει σημασία. Ο μνημειακός ναός του Μεγάλου Θεολόγου στην Γιάλη είναι η μεγαλύτερη και σπουδαιότερη παλαιά εκκλησία της Αμοργού και γι’ αυτό πρέπει να προστατεύεται κατά τρόπο απόλυτο. Χτυπημένος από δεκάδες κεραυνούς στο πέρασμα εκατοντάδων χρόνων, ο Μεγάλος Θεολόγος στέκεται και σήμερα αγέρωχος, εκεί ψηλά στον Κρίκελο, για να μας θυμίζει ότι η σημαντικότερη συνιστώσα της αμοργιανής κοινωνίας ήταν και είναι η βυζαντινή.


[1] «Αμοργιανά» (τεύχος 8, Ιούνιος 2002), περιοδική έκδοση του Συνδέσμου Αμοργίνων
[2] «Μία χιλιετία Συνοδινοί», στο «Αμοργιανοί γράφουν για την Αμοργό», έκδ. «Το κάστρο της Αμοργού» 2006.